Γνωρίζουμε ελάχιστα ή και τίποτε απολύτως για τις προηγούμενες ενσαρκώσεις μας

Γνωρίζουμε ελάχιστα ή και τίποτε απολύτως για τις προηγούμενες ενσαρκώσεις μας

Rudolf Steiner, GA 159, Το Μυστήριο του Θανάτου, Κολωνία, 19 Ιουνίου 1915.

“Ο άνθρωπος που ζει στη Γη δεν γνωρίζει τίποτε για τις προηγούμενες ενσαρκώσεις του μέσω της συνηθισμένης εξωτερικής του συνείδησης. Βέβαια, γνωρίζουμε ότι υπάρχουν άνθρωποι, οι οποίοι, ύστερα από σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα ενασχόλησης με τη Θεοσοφία, ισχυρίζονται ότι γνωρίζουν πολλά για τις προηγούμενες ενσαρκώσεις τους.
Κάποτε γνώρισα μια ομάδα ανθρώπων σε μια ευρωπαϊκή πόλη, όπου γύρω από ένα τραπέζι καφενείου «κάθονταν» μαζί ο Σενέκας, ο Φρειδερίκος Β΄ της Πρωσίας, ο αυτοκράτορας Ιωσήφ Β΄ της Γερμανίας, ο Δούκας του Ράιχστατ, η Μαντάμ ντε Πομπαντούρ, η Μαρία Αντουανέτα και μερικές ακόμη ιστορικές προσωπικότητες. Εκτός όμως από εκείνους που, αφού ασχοληθούν λίγο με τη Θεοσοφία, νομίζουν ότι γνωρίζουν τόσα πολλά για τις προηγούμενες ενσαρκώσεις τους, οι άνθρωποι γνωρίζουν ελάχιστα ή και απολύτως τίποτε για αυτές μέσω της συνηθισμένης εξωτερικής τους γνώσης.
Όμως, όσο αληθινό είναι ότι ο άνθρωπος δεν γνωρίζει τίποτε για τις προηγούμενες ενσαρκώσεις του μέσω όσων του προσφέρει ο παρών κύκλος της ανθρώπινης ζωής, άλλο τόσο αληθινό είναι ότι, μετά τον θάνατο, διαθέτει για την εξέλιξη της θέλησης του όλα όσα έχουν απομείνει μέσα του από τις προηγούμενες επίγειες ζωές του.
Εκεί, στη ζωή ανάμεσα στον θάνατο και σε μια νέα γέννηση, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Ενώ εδώ, ανάμεσα στη γέννηση και τον θάνατο, οι άνθρωποι δεν γνωρίζουν τίποτε για τις προηγούμενες ενσαρκώσεις τους, στη ζωή ανάμεσα στον θάνατο και σε μια νέα γέννηση, φέρουν μέσα τους όλες τις δυνάμεις που έχουν αποκτήσει κατά τις προηγούμενες ενσαρκώσεις τους, καθώς και όλα όσα βίωσαν πάντοτε στις περιόδους ανάμεσα στον θάνατο και σε μια νέα γέννηση.”


Μια δεύτερη ανάγνωση
Η σύγχρονη σκέψη τείνει να ταυτίζει την ταυτότητα του ανθρώπου με τη μνήμη του. Είμαστε, λέμε, όσα θυμόμαστε. Αν χαθεί η μνήμη, χάνεται και η συνέχεια της προσωπικότητας. Ο Rudolf Steiner προτείνει εδώ μια ριζικά διαφορετική αντίληψη. Η ουσία της ανθρώπινης συνέχειας δεν βρίσκεται κυρίως στις αναμνήσεις, αλλά στις δυνάμεις που διαμορφώνουν τον άνθρωπο.
Γι’ αυτό, κατά τον Στάινερ, δεν είναι καθόλου παράδοξο ότι ο άνθρωπος δεν θυμάται τις προηγούμενες ενσαρκώσεις του. Η λήθη δεν αποτελεί έλλειμμα του ανθρώπινου όντος, αλλά προϋπόθεση της ελευθερίας του. Εάν κάθε άνθρωπος έφερε στη συνειδητή του σκέψη το σύνολο των προηγούμενων βιογραφιών του, των επιτυχιών, των αποτυχιών, των σχέσεων και των τραυμάτων του, η παρούσα ζωή θα βρισκόταν διαρκώς υπό το βάρος του παρελθόντος. Η γήινη συνείδηση μας επιτρέπει να ξεκινάμε κάθε φορά από μια νέα αφετηρία. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το παρελθόν χάνεται. Αντίθετα, μεταμορφώνεται. Οι προηγούμενες εμπειρίες δεν επιβιώνουν ως εικόνες της μνήμης, αλλά ως ιδιότητες της ψυχής, ως ικανότητες, ως ηθικές διαθέσεις, ως τάσεις της θέλησης. Εκείνο που ξεχνά η συνείδηση, το διατηρεί η ίδια η ύπαρξη. Ο άνθρωπος δεν κουβαλά μαζί του τις αναμνήσεις των προηγούμενων ζωών του· κουβαλά τα αποτελέσματά τους.
Αυτό εξηγεί και τη δεύτερη, εξίσου σημαντική παρατήρηση του Στάινερ. Ανάμεσα στον θάνατο και σε μια νέα γέννηση, ο άνθρωπος δεν βρίσκεται πλέον περιορισμένος από τη γήινη συνείδηση. Εκεί δεν έχει μόνο επίγνωση των δυνάμεων που απέκτησε στις προηγούμενες ζωές του, αλλά και ολόκληρης της πνευματικής του πορείας ανάμεσα στις ενσαρκώσεις. Η βιογραφία εμφανίζεται τότε ως ένα ενιαίο συνεχές και όχι ως μια σειρά αποσπασματικών ζωών.
Η σκέψη αυτή μεταβάλλει και τον τρόπο με τον οποίο μπορούμε να βλέπουμε τον ίδιο μας τον εαυτό. Ίσως οι ανεξήγητες κλίσεις, τα ιδιαίτερα ταλέντα, οι βαθιές ηθικές ευαισθησίες ή ακόμη και ορισμένες δυσκολίες που μας συνοδεύουν από πολύ νωρίς στη ζωή να μην αποτελούν απλώς προϊόντα κληρονομικότητας ή περιβάλλοντος. Ίσως να είναι οι σιωπηλές υπογραφές μιας πολύ μακρύτερης βιογραφίας, την οποία η συνείδησή μας δεν θυμάται, αλλά η θέλησης μας εξακολουθεί να φέρει μέσα της. Έτσι, η λήθη δεν αποτελεί ένδειξη ότι το παρελθόν δεν υπάρχει· αποτελεί τον τρόπο με τον οποίο η ανθρώπινη ύπαρξη προστατεύει την ελευθερία της, ενώ ταυτόχρονα διατηρεί αδιάκοπα τη βαθύτερη συνέχεια της εξέλιξής της.

Άφησε ένα σχόλιο

To email σου δεν θα δημοσιευτεί