Τα χρωμοσώματα και η μέθοδος CRISPR-Cas, στην εποχή της Συνειδησιακής Ψυχής.

Τα χρωμοσώματα και η μέθοδος CRISPR-Cas, στην εποχή της Συνειδησιακής Ψυχής.

Γεράσιμος Ε. Κατραμάδος | Ινστιτούτο Ανθρωποσοφικής Ιατρικής στην Ελλάδα

«Η άφιξη του designer baby». Ήταν ο τίτλος ενός δημοσιεύματος που ώθησε την ηγεσία του Ιατρικού τμήματος του Goetheanum να εντάξει το ζήτημα της επεξεργασίας του γονιδιώματος σε μία από τις βραδιές διαλόγου της. Στις 2 Ιουνίου 2026, ο παιδονευρολόγος Oswald Hasselmann, πρόεδρος της Swiss Society for Biomedical Ethics, παρουσίασε σύγχρονες εφαρμογές της γονιδιακής θεραπείας και συζήτησε τις δυνατότητες αλλά και τους κινδύνους τους. Η παιδίατρος Karin Michael, μέλος της ηγεσίας του Ιατρικού τμήματος, έθεσε εξαρχής το δίλημμα: από τη μία υπάρχει ο δικαιολογημένος θαυμασμός για όσα η τεχνολογία μπορεί να επιτύχει· από την άλλη, μέσα στη γοητεία της τεχνικής δυνατότητας και των οικονομικών συμφερόντων, τα ηθικά ερωτήματα κινδυνεύουν να περάσουν σε δεύτερο πλάνο.
Η επεξεργασία του γονιδιώματος (η αποκαλούμενη και «χειρουργική του γονιδιώματος») περιλαμβάνει μοριακές βιολογικές μεθόδους που επιτρέπουν τη στοχευμένη τροποποίηση του DNA φυτών, ζώων και ανθρώπων. Το κεντρικό ερώτημα της βραδιάς ήταν ακριβώς η σχέση ανάμεσα στις τεχνολογικές δυνατότητες και στην ηθική ευθύνη.

Τρία παραδείγματα, τρεις διαφορετικές εμπειρίες
Ο Hasselmann παρουσίασε την κλινική του εμπειρία με τη γονιδιακή θεραπεία μέσα από τρία παραδείγματα, τα οποία συσχέτισε με τρεις λειτουργικές περιοχές του ανθρώπινου οργανισμού: το νευροαισθητηριακό σύστημα, το ρυθμικό-κυκλοφορικό σύστημα και το σύστημα άκρων και μεταβολισμού.
Το πρώτο παράδειγμα ήταν η νωτιαία μυϊκή ατροφία, μια γενετική νόσος κατά την οποία εκφυλίζονται οι κινητικοί νευρώνες. Σύμφωνα με τον Hasselmann, όταν η θεραπεία εφαρμοστεί αρκετά νωρίς, τα παιδιά μπορούν σήμερα να μεγαλώσουν σχεδόν χωρίς περιορισμούς. Ωστόσο πρόκειται για μία από τις ακριβότερες θεραπείες στον κόσμο και, κατά συνέπεια, παραμένει ουσιαστικά προνόμιο των πλούσιων χωρών. Αυτό γεννά ένα ακόμη ηθικό ερώτημα: όταν τεράστιοι πόροι κατευθύνονται σε εξαιρετικά δαπανηρές θεραπείες, ποιοι άλλοι ασθενείς ενδέχεται να στερούνται βασικούς πόρους υγειονομικής περίθαλψης;
Το δεύτερο παράδειγμα ήταν η θαλασσαιμία, μια σοβαρή γενετική διαταραχή του αίματος. Υπάρχουν ασθενείς οι οποίοι μετά τη γονιδιακή θεραπεία χρειάζονται σημαντικά λιγότερες μεταγγίσεις αίματος, από τις οποίες προηγουμένως εξαρτιόταν η ζωή τους. Ωστόσο η συνοδευτική χημειοθεραπεία που απαιτείται μπορεί να επιβαρύνει τόσο έντονα ορισμένους ασθενείς ώστε να μην μπορούν να επιβιώσουν από την ίδια την παρέμβαση.
Το τρίτο παράδειγμα ήταν η μυϊκή δυστροφία Duchenne (DMD), κατά την οποία καταστρέφονται προοδευτικά τα μυϊκά κύτταρα. Παρά την εφαρμογή γονιδιακών θεραπειών, η νόσος εξακολουθεί να θεωρείται ανίατη. Τα τρία παραδείγματα δείχνουν ότι η γονιδιακή θεραπεία δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ούτε με άκριτο ενθουσιασμό ούτε με μια γενικευμένη απόρριψη. Τα αποτελέσματα, οι κίνδυνοι και οι συνέπειες διαφέρουν σημαντικά ανάλογα με τη νόσο και τον συγκεκριμένο ασθενή.

CRISPR-Cas: η μέθοδος του μέλλοντος;
Ιδιαίτερη θέση στη συζήτηση είχε η μέθοδος CRISPR-Cas, την οποία ο Hasselmann παρουσίασε ως εργαλείο νέας γενιάς που χρησιμοποιείται ήδη σε ασθενείς με γενετικές παθήσεις και σε ορισμένες μορφές καρκίνου. Οι δυνατότητές της, όμως, ανοίγουν ταυτόχρονα έναν πολύ ευρύτερο ορίζοντα. Η στοχευμένη επέμβαση στο γονιδίωμα θα μπορούσε στο μέλλον να μην περιορίζεται στη θεραπεία της νόσου αλλά να χρησιμοποιείται για την ενίσχυση της γνωστικής ικανότητας, την αλλαγή της εμφάνισης ή την αύξηση της ανθεκτικότητας απέναντι σε ασθένειες. Εδώ εμφανίζεται η προοπτική του transhumanism και μαζί της το όραμα (ή η ψευδαίσθηση), των «designer babies». Ο Hasselmann αναφέρθηκε σε αυτό το σημείο στον φιλόσοφο Hans Jonas, ο οποίος υπογράμμισε ότι οι συνέπειες των ανθρώπινων πράξεων πρέπει να παραμένουν συμβατές με τη διατήρηση μιας γνήσια ανθρώπινης ζωής πάνω στη Γη. Όσο μεγαλώνει η τεχνική δυνατότητα επέμβασης στη ζωή, τόσο μεγαλύτερη γίνεται επομένως και η ευθύνη για τις μακροπρόθεσμες συνέπειές της.

Τα χρωμοσώματα στην εποχή της Συνειδησιακής Ψυχής
Στο πιο ιδιαίτερο μέρος της παρουσίασής του, ο Hasselmann προσέγγισε το θέμα από την οπτική της ανθρωποσοφικής ιατρικής. Περιέγραψε τα χρωμοσώματα ως «τη μνήμη αυτού που οι άνθρωποι καλούνται και μπορούν να πραγματοποιήσουν στη ζωή τους πάνω στη Γη». Σύμφωνα με την προσέγγισή του, πριν από την εποχή της Συνειδησιακής Ψυχής (ακόμη και πριν από δύο ή τρεις αιώνες), μια επέμβαση στο επίπεδο των χρωμοσωμάτων, εάν ήταν τεχνικά δυνατή, θα επηρέαζε άμεσα το «Εγώ». Σήμερα, υποστήριξε, η σχέση αυτή έχει μεταβληθεί: στην εποχή της Συνειδησιακής Ψυχής το «Εγώ» βρίσκεται κατά κάποιον τρόπο πάνω από αυτό το επίπεδο και η παρέμβαση φτάνει μέχρι τα όρια του αιθερικού και του αστρικού σώματος, χωρίς ουσιαστικά να τα υπερβαίνει.
Στην ίδια προοπτική εντάσσεται και η διαδικασία με την οποία το παιδί μεταμορφώνει σταδιακά το σώμα που κληρονομεί από τους γονείς του σε ένα σώμα δικό του, κυρίως κατά τα πρώτα επτά χρόνια της ζωής. Για να συμβεί αυτό, επισήμανε ο Hasselmann, χρειάζονται και τα δύο: το σώμα των γονέων με τα κληρονομημένα γονίδια και η ατομική ώθηση που φέρνει μαζί του κάθε παιδί. Από εδώ προκύπτει για τον γιατρό ένα ουσιαστικό ερώτημα: «Επιτρέπεται να επέμβουμε και, εάν ναι, για ποιους λόγους;» Σύμφωνα με την αναφορά του Hasselmann στον Rudolf Steiner, κάθε παρέμβαση χρειάζεται να προσανατολίζεται στον συγκεκριμένο άνθρωπο και στη δική του πορεία ανάπτυξης. Η ηθική στάση δεν προκύπτει επομένως μόνο από γενικούς κανόνες, αλλά και από τη συνεχή, ουσιαστική σχέση με τον ασθενή και τους συγγενείς του.

Ηθική πυξίδα αντί για αξιολογική ουδετερότητα
Ο Hasselmann και η Karin Michael στάθηκαν κριτικά απέναντι στην απαίτηση για πλήρη «αξιολογική ουδετερότητα», η οποία συχνά προβάλλεται στις επιστημονικές συστάσεις που συνοδεύουν τις κοινωνικές συζητήσεις γύρω από τη γονιδιακή θεραπεία και την επεξεργασία του γονιδιώματος. Κατά την άποψή τους, η ιατρική χρειάζεται μια ηθική πυξίδα: κάτι που δεν μπορεί να αντικατασταθεί μόνο από την αμεροληψία ή την τεχνική γνώση. Στο τέλος της συζήτησης, η Karin Michael διεύρυνε το ζήτημα πέρα από την ανθρώπινη ιατρική, αναφερόμενη στη γενετική τροποποίηση φυτών και καλλιεργειών. Υπογράμμισε ιδιαίτερα το δικαίωμα του ανθρώπου στην ενημέρωση και στην ελεύθερη επιλογή σχετικά με τα τρόφιμα που καταναλώνει. Το αίτημα αυτό συνδέεται, κατά την ίδια, με την ευθύνη του σύγχρονου ανθρώπου απέναντι στον εαυτό του και στο περιβάλλον: να γνωρίζει εάν αυτό που επιλέγει έχει υποστεί γενετική τροποποίηση και να μπορεί ο ίδιος να αποφασίζει εάν θέλει να το καταναλώσει.
Η συζήτηση του Ιατρικού τμήματος δεν κατέληξε επομένως σε μια απλή θέση υπέρ ή κατά της γονιδιακής θεραπείας. Ανέδειξε περισσότερο την ανάγκη να συμβαδίζει η επιστημονική πρόοδος με την ηθική κρίση. Οι νέες τεχνολογίες μπορούν να προσφέρουν πραγματικές θεραπευτικές δυνατότητες, αλλά η χρήση τους απαιτεί συνεχή επαγρύπνηση απέναντι στις συνέπειες, στις κοινωνικές ανισότητες και στα όρια της ανθρώπινης παρέμβασης.

Πηγή στα γερμανικά: Genome-Editing: Zwischen medizinischem Fortschritt und moralischer Verantwortung
Πηγή στα αγγλικά: Julia Eßwein-Demming. Genome editing: between medical advancement and moral responsibility. Anthroposophy Worldwide / Medical Section at the Goetheanum, 23 Αυγούστου 2026.

Άφησε ένα σχόλιο

To email σου δεν θα δημοσιευτεί