Μετά τον Θάνατο του Rudolf Steiner

Μετά τον Θάνατο του Rudolf Steiner

Από το ημερολόγιο του Albert Steffen

31 Μαρτίου
Το πρωί σκέφτομαι τα λόγια που πρέπει να πω. Η οδύνη με συγκλονίζει ξανά και ξανά. Πρέπει να γονατίσω και να ξεσπάσω σε λυγμούς. Ακόμα και τώρα, ο πόνος εκείνης της μέρας κολλάει σ’ αυτό το σημειωματάριο. Όταν το διαβάζω, αναδύονται οι εικόνες, η σιωπή, το άρωμα από το Ατελιέ. Τα ρόδα και τα κεριά αρχίζουν να φωτίζουν. Και βλέπω τα πλήθη των ανθρώπων να μπαίνουν μέσα.
Συνήθιζα να κάθομαι εκεί γύρω στις 3 το απόγευμα, όταν το δωμάτιο είχε αδειάσει από κόσμο. Για ώρες μπορούσε κανείς να ατενίζει την άγια όψη. Ήταν σαν να άνοιγαν τα βλέφαρα, όπως συνέβαινε όταν μας μιλούσε ο Rudolf Steiner. Τότε έκλεινε τα μάτια του, για να συγκεντρωθεί και να στραφεί εξολοκλήρου προς τα μέσα, εκεί όπου διέμενε ο «Λόγος». Μα ξαφνικά άνοιγε τα μάτια του και έστελνε το βλέμμα του σαν ακτίνα πάνω στο ακροατήριο. Έτσι ήταν και τώρα· αναρωτιόσουν: μήπως μας κοίταξε μόλις τώρα; Μια ερώτηση, μια προτροπή, ένα κάλεσμα πετούσε προς το μέρος μας από τα μάτια του.
Και τα χείλη ήταν σαν να κινούνταν από την πνευματικότητα που αιωρούνταν πάνω από τη μορφή. Έμοιαζε σαν το πρόσωπό του να μεταμορφωνόταν διαρκώς. Την πρώτη στιγμή μετά τον θάνατο φαινόταν γερασμένο και αυλακωμένο από ρυτίδες. Ένα είδος κόπωσης ανείπωτης φαινόταν στα βλέφαρα και στους σκιερούς κροτάφους· και ένα στόμα που, όλες τις τελευταίες εβδομάδες, έκρυβε πολλή οδύνη. Μια θλίψη ασύγκριτη είχε αφήσει τα ίχνη της. Όμως κατόπιν, τα χείλη του έμοιαζαν να έχουν αποτυπωμένο πάνω τους κάτι από ιερό θρίαμβο. Χαμογελούσαν, σαν να είχαν καταφέρει, με κάποια καλά λόγια, να πείσουν —ίσως ακόμη και να ξεγελάσουν— κάποιον ώστε να κάνει μια όμορφη πράξη. Το κάναμε σωστά, έλεγαν. Κατόπιν, όταν έμπαινε ο κόσμος, ένα αίσθημα αγωνίας εμφανιζόταν στο μέτωπο· και όταν το Ατελιέ άρχισε να αδειάζει και οι άνθρωποι απομάκρυναν διάφορα αντικείμενα και χαρτιά, το πρόσωπο εξέφραζε μια βαθιά οδύνη, σαν να βυθιζόταν και πάλι το πνεύμα σε σύγχυση και αταξία, σε στένωση και αγωνία. Έτσι, ο καθένας καθόταν εκεί και άφηνε τον εαυτό του να δεχτεί το κάλεσμα —και αναβίωνε σε μια στιγμή όλες του τις συναντήσεις με τον Rudolf Steiner. Ο καθένας έβλεπε τι είχε προσφέρει ή τι είχε βλάψει στο έργο του. Ο ιερός αυτός χώρος ήταν σαν ένας καθρέφτης που επέστρεφε την εικόνα της δικής σου ζωής με όλες τις σκιές της.

1 Απριλίου
Το φέρετρο τοποθετήθηκε πάνω στο νεκρικό βάθρο. Κεριά τριγύρω. Λουλούδια, προσφορά από τα ίδια μου τα χέρια. Ένα τριαντάφυλλο. Ένας θάμνος με βιολέτες, ένα κρίνο. Την ίδια ώρα, έξω στο Schreinerei [το ξυλουργείο], τα μεγάλα στεφάνια από τα σχολεία, τα τμήματα, τα συμβούλια, τους αξιωματούχους, τις παιδαγωγικές σχολές, τους οικοδόμους, τους συλλόγους, ήταν απλωμένα σε μακριές σειρές. Ιδιαίτερα με συγκίνησαν τα στεφάνια από τους σιδεράδες και τους εργάτες του σκυροδέματος. Αυτοί ανεγείρουν το κτήριο κατόπιν προσταγής του Μιχαήλ. Η σωματική τους δύναμη νικά τους δαίμονες.
Σήμερα το πρόσωπο έχει κάτι το μεταμορφωμένο. Μοιάζει με εκείνο ενός δεκαοκτάχρονου νέου, με μαύρα απαλά μαλλιά να το πλαισιώνουν, σχεδόν χωρίς ρυτίδες στα λιγνά χαρακτηριστικά. Σου φέρνει στον νου ένα λουλούδι που έκλεισε πάνω στο μαύρο χώμα.
Πριν από τη διάλεξή μου, κάθομαι ακόμη εκεί και προσπαθώ να ενώσω τα λόγια που πρόκειται να πω με το πνεύμα του Δασκάλου. Η Frau Dr Steiner με πηγαίνει κοντά του. Το πρόσωπο είναι τώρα σαν ένα γλυπτό από τον Καθεδρικό της Σαρτρ —αυστηρό και νεανικό, με τη βούληση ενός αφοσιωμένου, ευλαβικού μαχητή χαραγμένη γύρω από το στόμα. Αυστηρό, σαν να του είχε ήδη παραδοθεί το πνευματικό ξίφος του Μιχαήλ και να ανοίγει ήδη τον δρόμο του μέσα από τα υπεραισθητά πεδία. Το χρώμα είναι ζωηρό, το χρώμα του φρέσκου, λευκού ξύλου. Καμία ένδειξη αποσύνθεσης (ούτε και θα φανεί αργότερα). Έχεις την αίσθηση πως ο νεκρός μπορεί ανά πάσα στιγμή να ανοίξει τα μάτια του. Και η ελπίδα κυκλοφορεί ήσυχα ανάμεσα στα παιδιά και τις γυναίκες. Έτσι η Felicitas [Stückgold] πίστευε, μέχρι την τελευταία στιγμή, πως θα ξυπνούσε.
Καθώς συλλογιζόμουν στο σπίτι τον εκλιπόντα, είδα έναν άνδρα με λευκό ένδυμα να βγαίνει ήσυχα προς το μέρος μου από την πόρτα του Ατελιέ. Μια πνευματική μορφή. Ναι, είχε σηκωθεί. Και μας μετέφερε πνευματική τροφή. Στις 8 το βράδυ έδωσα τη διάλεξή μου, η οποία τυπώθηκε στο News Sheet και τελείωνε με το ποίημα «Brachgelegte Ackerkrume». Είχαμε συγκεντρωθεί προηγουμένως (εμείς, το Vorstand) στο δωμάτιο της Frau Dr Steiner. Τους έδωσα να διαβάσουν το ποίημα. Έπειτα μπήκαμε μαζί. Ένας τόνος αντήχησε, λες και ερχόταν από το ίδιο το Ατελιέ. Όμως ήταν περισσότερο η δική μας θλίψη, παρά η άφιξη του Rudolf Steiner στον Ουρανό.
Μετά τη διάλεξη μπήκα και πάλι στο Ατελιέ. Χωρίς να το καταλάβω, στεκόμουν μπροστά στη Frau Dr Steiner και της έκρυβα τη θέα. Είπε πως τώρα υπήρχε ξανά μια οδυνηρή γραμμή γύρω από τα χείλη του και αναρωτήθηκε, γεμάτη ανησυχία: τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει άραγε πως τα λόγια μου πράγματι ένωσαν τους ανθρώπους για μία στιγμή, αλλά κανείς δεν θα μείνει πιστός;

Η νεκρική πομπή του Rudolf Steiner φτάνει στο κρεματόριο της Βασιλείας

Ήταν αυτή η διάθεση στο δωμάτιο, το πεπρωμένο του Κινήματος; Το πεπρωμένο των ανθρώπων, τα ανεκπλήρωτα έργα, οι λύπες που ακόμη μας περιμένουν; Ήταν οι μάχες που διαμορφώνονταν, οι αποτυχίες, η απιστία; Το πνεύμα του υπέφερε ανάμεσά μας — αυτό είναι βέβαιο.
Γυρίζω σπίτι. Συζήτηση με την Elisabeth [Stückgold] και τη Frau Morgenstern.

2 Απριλίου
Στην αρχή σκέφτηκα ότι δεν έπρεπε να μιλήσω στην Πράξη του Αγιασμού [= Τελετή Ευλογίας Αναχώρησης], την οποία είχε καθιερώσει ο ίδιος ο Rudolf Steiner. Όμως η Frau Dr Steiner με παρακάλεσε να το κάνω. Μου ήρθε τότε στον νου πως για αυτόν ακριβώς τον λόγο είχα βιώσει τώρα τον θάνατο του Θωμά του Ακινάτη και είχα δει εκείνη την εικόνα του Ιερού Δισκοπότηρου.
Καθόμασταν στο δωμάτιο πολλή ώρα πριν ξεκινήσει η τελετή. Το φέρετρο είχε τοποθετηθεί επάνω στη σκηνή, εκεί όπου τόσες φορές πραγματοποιούνταν οι ευρυθμικές παρουσιάσεις, που πράγματι είναι εικόνες αγγελικών γεγονότων. Πίσω μου καθόταν η Elisabeth και η Felicitas. Η Frau Dr Steiner καθόταν ανάμεσα στην Dr Wegman και εμένα.
Ξανά μουσική. Οι ιερείς βγήκαν ανάμεσα σε έλατα και λουλούδια. Ένα πρόσωπο προχώρησε μπροστά από την εικόνα του Χριστού και άναψε τα επτά κεριά. Ένας άλλος κρατούσε το βιβλίο με τα λόγια της τελετής. Ο Rittelmeyer στάθηκε επικεφαλής του φέρετρου, το οποίο τώρα είχε ανοιχτεί. Ήταν σαν βράχος.
Η μουσική ακουγόταν μάλλον ανησυχητική, σα να απέθετε για πάντα ένα σύννεφο θλίψης πάνω σε όσους είχαν συγκεντρωθεί. Όμως αυτό δεν πρέπει να συμβεί. Ένας από τους ιερείς έκανε τώρα ένα ανεπαίσθητο νεύμα, και προχώρησα μπροστά. Πρώτα στράφηκα προς τον αγαπημένο Δάσκαλο. Κατόπιν μίλησα.
Ύστερα αποχώρησα με μια προσευχή. Και φίλησα τα χέρια όλων των τεσσάρων μελών του Vorstand. Είθε να υπηρετούν και μεταξύ τους ο ένας τον άλλον. Ήδη προαισθάνομαι ότι δεν μπορούμε να μείνουμε ενωμένοι χωρίς ταπείνωση.

3 Απριλίου
Ημέρα της κηδείας του Rudolf Steiner.
Κανείς δεν μου είπε πού βρίσκεται το αυτοκίνητο και πότε θα αναχωρήσουμε. Ρωτάω. Στις 9 η ώρα. Τυχαία, φεύγω μισή ώρα νωρίτερα. Και βρίσκω ένα μεγάλο αυτοκίνητο μπροστά στο εργοτάξιο, φορτωμένο με στεφάνια δωρισμένα. Το αυτοκίνητο με τη Frau Dr Steiner, τη Frau Dr Wegman, τον Dr Wachsmuth, την Frl. Vreede. Πολύς κόσμος γύρω. Οι εργάτες με τις ποδιές της δουλειάς και τα ρούχα εργασίας από καφέ και μπλε λινό, πάνω στη σκαλωσιά και στους σωρούς της γης.
Η Frau Dr Wegman λέει: Ω Θεέ μου, δεν βλέπει πια το κτήριο. Φρόντισα ακόμη να φτιαχτούν παράθυρα προς την πλευρά του εργοταξίου. Ένα πολύ μικρό αυτοκίνητο ξεκινά πρώτο, με τη σορό. Περνάει μέσα από το Dornach. Όπως και τα λουλούδια, και εμείς.
Ένα μπλοκάρισμα προκύπτει μπροστά από το σπίτι του αρχι-εχθρού, του Saladin. Και επίσης στην εκκλησία του Arlesheim. Εκεί στέκονται παιδιά, ανάμεσά τους και η οικογένεια του ιερέα Kully με πολλά παιδιά, που είχαν διδαχθεί από τους γονείς τους να χλευάζουν, ακόμη και να φωνάζουν προσβλητικά λόγια.
Στους δρόμους, οι άνθρωποι στέκονται ακίνητοι. Φέρνουν στον νου τους ποιος περνά από μπροστά τους, και σηκώνουν τα καπέλα τους κοιτάζοντας πίσω. Αυτό είναι το νεκρικό κονβόι του μεγαλύτερου ανθρώπου μέσα από την πόλη της Βασιλείας. Είναι ξένος. Καθώς ταξιδεύουμε, όλα όσα υπέφερε μου έρχονται ξανά: η πυρκαγιά, τα υβριστικά άρθρα, η απόρριψη της ελβετικής υπηκοότητας. Ωστόσο, αποφασίζω να μιλήσω. Καθώς συλλογιζόμουν, τα δάκρυα έτρεχαν μέσα από τα δάχτυλά μου.

Άφησε ένα σχόλιο

To email σου δεν θα δημοσιευτεί