Γράφει ο Γεράσιμος Ε. Κατραμάδος
Στην αυγή του εικοστού αιώνα, ο Rudolf Steiner στάθηκε συνειδητά στο μεταίχμιο δύο κόσμων: του υλισμού που κυριάρχησε στη νεότερη εποχή και μιας νέας πνευματικής αντίληψης που μόλις τότε άρχιζε να διαγράφεται. Δεν πρότεινε φυγή από την επιστήμη, αλλά τη ριζική της ολοκλήρωση. Το έργο του μπορεί να διαβαστεί ως μια από τις πιο τολμηρές προσπάθειες του σύγχρονου ανθρώπου να περάσει συνειδητά το κατώφλι μιας νέας μορφής συνείδησης.
Στην αυγή του εικοστού αιώνα έζησε ένας άνθρωπος που φαίνεται να στάθηκε συνειδητά ανάμεσα σε δύο εποχές, σε δύο τρόπους αντίληψης του κόσμου, σε δύο διαφορετικά μέλλοντα της ανθρωπότητας. Εκείνο που σήμερα πολλοί άνθρωποι νιώθουν ως αδιόρατη ανάγκη για μια νέα πνευματική κατανόηση του κόσμου, ο Rudolf Steiner το έζησε ως εσωτερικό κάλεσμα και ως καθήκον ζωής. Διέκρινε ότι, για να μπορέσει η ανθρώπινη συνείδηση να εξελιχθεί πραγματικά, το Εγώ πρέπει να διεισδύσει συνειδητά πέρα από το όριο του καθαρά αισθητού κόσμου, όχι με φυγή, αλλά με πειθαρχημένη εσωτερική άσκηση.
Απορρίπτοντας τόσο τον υλισμό όσο και τη μυστικιστική απόσυρση, χάραξε τον δρόμο της πνευματικής επιστήμης, της Ανθρωποσοφίας. Όχι ως μια ακόμη θεωρία, αλλά ως ζωντανή μέθοδο μετασχηματισμού της ανθρώπινης συνείδησης. Κατά τον Steiner, ο άνθρωπος της εποχής μας στέκεται στο κατώφλι ανάμεσα σε μια συνείδηση που πεθαίνει, τη συνείδηση του καθαρού υλισμού του δέκατου ένατου αιώνα, και σε μια νέα πνευματική συνείδηση που μόλις τώρα αρχίζει να γεννιέται.
Όπως η ανθρωπότητα πέρασε από την αρχαία ενόραση στη λογική και διανοητική σκέψη, έτσι καλείται τώρα να προχωρήσει συνειδητά προς ανώτερες βαθμίδες γνώσης: τη Φαντασία, την Έμπνευση και τη Διαίσθηση. Αυτό το έβλεπε ως το καίριο έργο της εποχής μας. Όχι να αρνηθούμε το πνεύμα της επιστήμης, αλλά να το ολοκληρώσουμε με μια νέα μορφή πνευματικής αντίληψης, ικανής να φωτίσει την ανθρώπινη ύπαρξη πέρα από τις μηχανικές εξηγήσεις.
Η πνευματική επιστήμη του Steiner δεν είχε τίποτε το αόριστο ή το συναισθηματικά ασαφές. Ήταν μια αυστηρή εσωτερική πειθαρχία, βασισμένη σε συστηματική εκπαίδευση της σκέψης, της βούλησης και της αντίληψης. Η κατανόησή του για τον Χριστό ως σημείο καμπής της επίγειας εξέλιξης τον τοποθέτησε ανάμεσα στις παραδοσιακές θρησκείες και σε μια νέα μορφή επιστήμης, τη πνευματική, ικανή να συνομιλήσει με τη σύγχρονη συνείδηση χωρίς να επιστρέφει σε δόγματα.
Στο έργο του, η παιδεία, η ιατρική, η γεωργία, η τέχνη και η κοινωνική ανανέωση δεν ήταν απλώς εφαρμογές μιας θεωρίας, αλλά πεδία όπου επιχειρήθηκε η πραγματική συνάντηση πνεύματος και ύλης. Εκεί όπου ο Nietzsche φαντάστηκε τον Υπεράνθρωπο ως μια φιλοσοφική προβολή του μέλλοντος, ο Steiner μιλούσε για τη σταδιακή εξέλιξη του Πνευματικού Εαυτού, του Ζωτικού Πνεύματος και του Πνευματικού Ανθρώπου ως πραγματικών μελλοντικών βαθμίδων της ανθρώπινης ύπαρξης.
Ο Nietzsche έφτασε έως την πύλη των μυστηρίων χωρίς να κατορθώσει να τη διαβεί. Ο Steiner, αντίθετα, υποστήριξε ότι πέρασε αυτό το κατώφλι και αφιέρωσε τη ζωή του στη δημιουργία δρόμων που θα μπορούσαν να ακολουθήσουν κι άλλοι. Ωστόσο, όπως συχνά συμβαίνει με τις μεγάλες πνευματικές φυσιογνωμίες, πλήρωσε το τίμημα της μοναξιάς ενός ανθρώπου του οποίου η συνείδηση ξεπερνούσε την εποχή του. Η απόλυτη αφοσίωσή του στο έργο του έφερε και τον κίνδυνο να σβήσει το όριο ανάμεσα στον άνθρωπο και τον αγγελιαφόρο.
Η πυρκαγιά του πρώτου Goetheanum τα χρόνια 1922–23, του κεντρικού χώρου του ανθρωποσοφικού έργου που ο ίδιος είχε σχεδιάσει, μοιάζει σήμερα σαν μια δραματική εικόνα της σύγκρουσης ανάμεσα στο πνεύμα και στον σύγχρονο υλικό πολιτισμό. Τα τελευταία του χρόνια, καθώς έγραφε την αυτοβιογραφία του, βρέθηκε σωματικά εξαντλημένος, σαν άνθρωπος που προσπάθησε να ενώσει κόσμους οι οποίοι, για τη σκέψη της εποχής του, έμοιαζαν αξεπέραστα αποκομμένοι.
Ο Steiner ενσάρκωσε το παράδοξο του σύγχρονου αναζητητή: του ανθρώπου που δεν μπορεί να παραμείνει μόνο θεωρητικός, αλλά πρέπει να είναι ταυτόχρονα αρχιτέκτονας, παιδαγωγός, θεραπευτής, κοινωνικός αναμορφωτής. Του οραματιστή που καλείται να εκφράσει την υπεραισθητή εμπειρία μέσα από πρακτικά έργα. Του μυημένου που δεν επιτρέπεται να αποσυρθεί από τον κόσμο, αλλά οφείλει να τον υπηρετήσει.
Το τεράστιο έργο του, χιλιάδες διαλέξεις, δεκάδες βιβλία και πρωτοβουλίες σε πολλούς τομείς του πολιτισμού, μπορεί να ιδωθεί είτε ως καρπός γνήσιας πνευματικής όρασης είτε ως δημιούργημα μιας εξαιρετικά δημιουργικής διάνοιας. Το ερώτημα αυτό παραμένει ανοιχτό και προσωπικό για τον καθένα. Εκείνο όμως που δύσκολα αμφισβητείται είναι ότι ο Rudolf Steiner τόλμησε να απαιτήσει από τον σύγχρονο άνθρωπο κάτι ριζοσπαστικό: να αντιμετωπίσει τον πνευματικό κόσμο ως αντικείμενο ακριβούς έρευνας και όχι απλής πίστης.
Στέκεται έτσι ως ένας καθρέφτης ενός βαθιού διλήμματος της εποχής μας. Πώς να τιμήσουμε την αυστηρότητα της επιστήμης χωρίς να αρνηθούμε την πραγματικότητα του πνεύματος. Πώς να οικοδομήσουμε θεσμούς χωρίς να τους μετατρέψουμε σε άκαμπτα δόγματα. Πώς να παραμείνουμε άνθρωποι, ενώ επιχειρούμε να προσεγγίσουμε υψηλότερα επίπεδα γνώσης.
Και το ερώτημα που εξακολουθεί να απευθύνει στον καιρό μας παραμένει ανοιχτό: μπορεί η ανθρώπινη συνείδηση να εξελιχθεί συνειδητά; Μπορεί το Εγώ να ενδυναμωθεί ώστε να εργάζεται δημιουργικά στον πνευματικό κόσμο, χωρίς να χάνει τη γείωσή του μέσα στην επίγεια ζωή;

Άφησε ένα σχόλιο