Το παρόν άρθρο βασίστηκε στο κείμενο του Tomáš Zdražil «Schaffen und Wahrnehmen der Uhlandshöhe: Emil Molt und Hermann Hesse», που δημοσιεύθηκε στο Das Goetheanum
Δύο άνθρωποι, μια κοινή αφετηρία και δύο εντελώς διαφορετικές πορείες.
Στην απαρχή της Waldorf εκπαίδευσης, η συνάντηση του Emil Molt με τον Hermann Hesse δεν οδήγησε σε συνεργασία, αλλά σε κάτι ίσως πιο ουσιαστικό: σε μια σιωπηλή αναγνώριση ότι η αλήθεια μπορεί να υπηρετηθεί από διαφορετικούς δρόμους.
Υπάρχουν στιγμές στην ιστορία όπου δύο άνθρωποι, με κοινές ρίζες αλλά διαφορετική εσωτερική πορεία, συναντώνται ξανά όχι για να βαδίσουν μαζί, αλλά για να φωτίσουν ο ένας τον δρόμο του άλλου. Μια τέτοια συνάντηση ήταν εκείνη του Emil Molt και του Hermann Hesse. Ο Molt, βιομήχανος και ιδρυτής της πρώτης Waldorf Σχολής, και ο Hesse, ένας από τους σημαντικότερους λογοτέχνες του 20ού αιώνα, υπήρξαν παλιοί συμμαθητές. Η επανασύνδεσή τους, μετά από περισσότερα από είκοσι χρόνια, συνέπεσε με μια από τις πιο δημιουργικές στιγμές της ευρωπαϊκής ιστορίας: την ίδρυση της πρώτης ελεύθερης Waldorf σχολής το 1919.
Ο Molt έγραφε με ενθουσιασμό στον φίλο του για το νέο αυτό εγχείρημα – ένα σχολείο όπου παιδιά διαφορετικών κοινωνικών τάξεων, φύλων και θρησκειών θα μάθαιναν μαζί, σε ένα περιβάλλον ελευθερίας και παιδαγωγικής φροντίδας. Δεν επρόκειτο απλώς για ένα εκπαιδευτικό πείραμα, αλλά για μια βαθιά πολιτισμική πρόταση: μια ανανέωση της κοινωνίας μέσα από την παιδεία. Και όμως ο Hesse, αν και συγκινημένος από το όραμα, παρέμεινε σε απόσταση.
Η σχέση των δύο ανδρών δεν ήταν επιφανειακή. Αντίθετα, εξελίχθηκε σε μια ειλικρινή και ουσιαστική φιλία, με έντονο φιλοσοφικό διάλογο και αμοιβαίο σεβασμό. Ο Molt στήριξε τον Hesse όχι μόνο πνευματικά, αλλά και υλικά, σε μια περίοδο που ο συγγραφέας αντιμετώπιζε σοβαρές οικονομικές και προσωπικές δυσκολίες. Και όμως, παρά αυτή τη στενή σχέση, ο Hesse δεν μπόρεσε να ενταχθεί ενεργά στο εγχείρημα της Waldorf εκπαίδευσης. Γιατί;
Ο Molt προσπάθησε να τον εμπλέξει όχι απαραίτητα ως δάσκαλο, αλλά ως πνευματική φωνή, ως συγγραφέα, ως άνθρωπο που θα μπορούσε να συμβάλει στη διαμόρφωση του νέου πολιτισμικού λόγου. Ο Hesse ανταποκρίθηκε με κατανόηση, αλλά και με σαφήνεια. Η θέση του ήταν ξεκάθαρη: η δική του αποστολή βρισκόταν αλλού. Δεν αρνήθηκε την αξία του εγχειρήματος. Δεν αμφισβήτησε το όραμα. Αλλά δεν μπορούσε να το υπηρετήσει.
Όπως ο ίδιος γράφει, η εργασία του ανήκε στον χώρο του πνεύματος και της εσωτερικής αναζήτησης όχι της οργάνωσης, της πολιτικής ή της κοινωνικής δράσης. Σε μια περίοδο βαθιάς προσωπικής κρίσης, ο Hesse ένιωθε ότι όφειλε να παραμείνει πιστός σε αυτό που γεννιόταν μέσα του.
Ανθρωποσοφία: εγγύτητα χωρίς ταύτιση
Ένα ακόμη σημείο απόστασης ήταν η σχέση του Hesse με την Ανθρωποσοφία. Παρότι αναγνώριζε ορισμένα στοιχεία της σκέψης του Rudolf Steiner, δεν ένιωσε ποτέ πραγματικά οικεία με αυτήν. Του φαινόταν περισσότερο ως ένα είδος πνευματικού συστήματος που δεν μπορούσε να ενσωματώσει οργανικά στην προσωπική του πορεία. Και εδώ βρίσκεται κάτι ιδιαίτερα ενδιαφέρον: Η ιστορία αυτή δεν είναι μια ιστορία σύγκρουσης. Είναι μια ιστορία διάκρισης.
Ο Hesse δεν έγινε ποτέ μέρος της Waldorf κίνησης. Και όμως, η στάση του δεν ήταν αρνητική. Παρέμεινε ένας προσεκτικός παρατηρητής – ένας άνθρωπος που, από απόσταση, χαιρόταν για κάθε «καλό ξεκίνημα του νέου» μέσα στον κόσμο. Ίσως τελικά αυτό να είναι και το πιο ουσιαστικό στοιχείο αυτής της ιστορίας: Ότι η αληθινή συνάντηση δεν απαιτεί πάντα σύμπλευση. Ότι δύο δρόμοι μπορούν να υπηρετούν το ίδιο μέλλον χωρίς να γίνονται ένας.
Τον Ιούλιο του 1919, ο Emil Molt ανέφερε σε μια επιστολή προς τον παιδικό του φίλο Hermann Hesse (με τον οποίο, ύστερα από περισσότερα από είκοσι χρόνια, είχε ξαναβρεθεί για κάποιο διάστημα σε ζωντανή επικοινωνία), με ενθουσιασμό για την επικείμενη ίδρυση του σχολείου:
«Εμείς εδώ συνεχίζουμε να εργαζόμαστε με συνέπεια. Σε ένα σημείο κάναμε τώρα ένα σοβαρό βήμα· ενώ ήδη πριν από κάποιο διάστημα ιδρύσαμε μια σχολή εκπαίδευσης εργατών, της οποίας το πρόγραμμα μαθημάτων σου επισυνάπτω εδώ, προχωρούμε τώρα στην ίδρυση μιας ελεύθερης Waldorf σχολής. Θα είναι ένα ενιαίο σχολείο με την καλύτερη έννοια του όρου, καθώς παιδιά υπαλλήλων και εργατών θα κάθονται στο ίδιο θρανίο, και των δύο φύλων και διαφορετικών θρησκευτικών δογμάτων, διδασκόμενα από επιλεγμένους δασκάλους. Η τύχη μάς έφερε στα χέρια το όμορφο κτήμα Uhlandshöhe στον Kanonenweg, έτσι ώστε πιθανότατα θα μπορέσουμε να ξεκινήσουμε τον Σεπτέμβριο. Με αυτό θέλουμε να κάνουμε μια πρακτική αρχή και σε αυτό το πολιτισμικό ζήτημα και ευχόμαστε μόνο να καταφέρουμε να υλοποιήσουμε το εγχείρημα με τον σωστό τρόπο και στο κατάλληλο πνεύμα.» [1]
Ενδιαφέρον εξ αποστάσεως
Οι λίγες επιστολές του Molt προς τον Hesse που έχουν διασωθεί μαρτυρούν μεγάλες (αλλά, όπως αποδείχθηκε, όχι ιδιαίτερα ρεαλιστικές), προσδοκίες, καθώς και μια ακούραστη υπομονή:
«Περιμένω πολλά από το τωρινό εξωτερικό και εσωτερικό σου έργο και λαχταρώ τη στιγμή που θα μπορέσουμε να συζητήσουμε ξανά ουσιαστικά μεταξύ μας – είμαι βέβαιος ότι κάτι πολύτιμο θα αναδυθεί από αυτή την εργασία, και είμαι πεπεισμένος ότι αυτή η εξέλιξη θα σε οδηγήσει από μόνη της ακόμη πιο κοντά στον Dr. Steiner.»
Αυτή η πεποίθηση, ωστόσο, αποδείχθηκε λανθασμένη και τελικά φάνηκε να είναι αυταπάτη. Ο Hesse παρέμεινε απέναντι στον Steiner, μέχρι το τέλος της ζωής του, από αδιάφορος έως σκεπτικιστής. Ο Molt, παρ’ όλα αυτά, συνέχισε να στέκεται στο πλευρό του Hesse, τον υποστήριξε γενναιόδωρα και, μέσα στη δύσκολη οικογενειακή του κρίση, του πρότεινε να αναλάβει τη φροντίδα των παιδιών του. Ο Hesse είχε χωρίσει από τη σύζυγό του, η οποία βρισκόταν κατά περιόδους σε ψυχιατρική θεραπεία, και είχε τοποθετήσει τους τρεις γιους του σε φίλους ή σε ιδρύματα. Ο μεγαλύτερος γιος, ο Bruno, ήταν μόλις λίγους μήνες μεγαλύτερος από τον Walter, τον γιο του Molt.
Τον Ιανουάριο του 1920, ο Hesse αναφέρθηκε στην πρόταση του Molt: «Για μένα το σημαντικότερο είναι να είσαι εσύ (μαζί με την αδελφή μου Adele στο Höfen) ως φίλος και σύμβουλος για τα αγόρια μου! Αυτή τη στιγμή τα πράγματα δεν πάνε καλά με τον μεγαλύτερο, τον Bruno· φαίνεται ότι δεν αισθάνεται καλά στον νέο τόπο και δημιουργεί ανησυχία στον παιδαγωγό του. Αν προκύψει ότι ο παιδαγωγός θεωρεί οπωσδήποτε καλύτερο να χωριστούν τα αγόρια, τότε θα τον εξουσιοδοτήσω να έρθει σε επαφή μαζί σου. Σε αυτή την περίπτωση ίσως υπάρξει η δυνατότητα να φοιτήσει ο Bruno στο σχολείο σας;»
Ο Bruno, ωστόσο, δεν έγινε ποτέ μαθητής Waldorf, καθώς από τον Απρίλιο του 1920 φιλοξενήθηκε στην οικογένεια του ζωγράφου Cuno Amiet και αργότερα ακολούθησε και ο ίδιος τον δρόμο της ζωγραφικής. Έτσι, ενώ ο Hesse από τη μια πλευρά, από την απόσταση της κατοικίας του στο Τεσσίνο, επιδοκίμαζε τις πρωτοβουλίες του Molt («Όσα διάβασα για το υπέροχο σχολείο σου, τα παρακολούθησα με ενδιαφέρον και με ένα δυνατό μπράβο!»), από την άλλη κλείνει τις τοποθετήσεις του την 1η Απριλίου 1920 με μια τελευταία, μικρή αλλά σαφή δήλωση για τη σχέση του με τις ανθρωποσοφικές δραστηριότητες της Στουτγάρδης:
«Χαίρομαι ειλικρινά για τις επιτυχίες του σχολείου σου! Παραμένω όμως εξωτερικά μακριά από αυτόν τον αγώνα, καθώς δεν επιθυμώ καμία οργανωτική ή παιδαγωγικο-πολιτική δραστηριότητα και, επιπλέον, δεν θα μπορούσα να τη συμφιλιώσω με την ουσιαστική αποστολή της ζωής μου, που είναι κάτι απολύτως προσωπικό. Παρ’ όλα αυτά, οι όμορφες πρωτοβουλίες σας με ενδιαφέρουν πολύ και χαίρομαι για κάθε καλό ξεκίνημα του νέου, στο οποίο ο λαός μας (με πρώτη την κυβέρνηση), δυσκολεύεται τόσο πολύ και προχωρά με τόση βραδύτητα.»
Υποσημείωση
[1]. Alle Zitate in diesem Kapitel, die nicht anders verzeichnet sind, stammen aus dem Briefwechsel von Emil Molt und Hermann Hesse im Deutschen Literaturarchiv Marbach am Neckar. Für eine ausführliche Darstellung der Beziehung zwischen Hermann Hesse und Emil Molt siehe: Elke Schlösser/ Tomas Zdrazil, Hermann Hesse und seine Freundschaft mit dem Schulgründer und Hesse-Mäzen Emil Molt. In: Hermann-Hesse-Jahrbuch, Band 16, 2024, S. 139–156.
Διασκευή – Απόδοση για το blog Element © Gerry E. Katramados.

Άφησε ένα σχόλιο