John Bloom | Goetheanum
Στη δική μας εποχή, ο πολλαπλασιασμός της γλώσσας και των μηνυμάτων στην τεχνητή νοημοσύνη και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μάς έχει απομακρύνει από το αυθεντικό νόημα. Έχει κατακλύσει τον χώρο και έχει συμβάλει στην ατροφία της ανθρώπινης σκέψης. Ο John Bloom επιχειρεί να προτείνει ένα αντίδοτο σε αυτή την κατάσταση, το οποίο ονομάζει «απείθαρχη σκέψη». Η Απείθαρχη Σκέψη συμβάλλει στην αναγέννηση μιας αίσθησης πνευματικής ελευθερίας και στην πιθανότητα μιας ανανεωμένης κουλτούρας.
Οι καιροί μας απαιτούν απείθαρχη σκέψη, όχι άγριες σκέψεις. Η απείθαρχη σκέψη είναι η καρδιά και η θέληση που χύνονται μέσα στη φαντασία και καθοδηγούνται από αγγελικές οντότητες, οι οποίες μας περιβάλλουν με μια ηθική ατμόσφαιρα αγάπης. Η απείθαρχη σκέψη εκδηλώνει πνευματική ελευθερία και αντλεί νόημα από την ατομική και τη συλλογική ευθύνη προς και για την ευημερία του ανθρώπινου γίγνεσθαι, σε μια εποχή οδύνης.
Μια τέτοια σκέψη εκφράζει θάρρος, συνοδευόμενο από την ανάγκη για θετικότητα μέσα σε ένα πεδίο σκέψης που είναι φορτισμένο από τεχνητοποίηση, εμπορευματοποίηση των πάντων και πολιτικές ατζέντες – πραγματικές ή φανταστικές. Η ώθηση για επιστροφή σε παλιούς τρόπους, επικεντρωμένους στη μονοκαλλιέργεια και την αυτοκρατορική κυριαρχία, συνοδεύεται από την πρόθεση να διαμορφωθεί η σκέψη μέσω της διοχέτευσης ιδεολογίας. Ο μακροπρόθεσμος σκοπός είναι να αποσπαστεί η ροή της σκέψης από αυτό που πάντοτε τη καλούσε προς τα εμπρός: τις αναγκαιότητες της ανθρώπινης και φυσικής πραγματικότητας.
Αυτές οι αναγκαιότητες περιλαμβάνουν τη θέληση να γνωρίσουμε τον κόσμο, την ελευθερία να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και την αναγνώριση ότι συν-δημιουργούμε μια διαρκώς μεταβαλλόμενη κατανόηση του πώς λειτουργεί ο κόσμος και γιατί ο καθένας μας είναι παρών μέσα σε αυτόν.
Υπάρχει μια ουσιώδης σύνδεση ανάμεσα στην απείθαρχη σκέψη και το πεπρωμένο των ανθρώπινων σχέσεων και του πολιτισμού, καθώς και ανάμεσα στην απείθαρχη σκέψη και την αναγκαιότητα καλλιέργειας και προστασίας της πνευματικής ελευθερίας.
Καθώς γράφω αυτές τις γραμμές, έχω πλήρη επίγνωση ότι τα λόγια μου υπόκεινται σε «σύλληψη» τη στιγμή που δημοσιεύονται στο διαδίκτυο. Οι λέξεις απορροφώνται σε ένα σύστημα υπερβολικά μεγάλο για να αποτύχει και υπερβολικά καλά εξοπλισμένο για να λογοδοτήσει – ένα σύστημα που ουσιαστικά επιδίδεται σε μια γιγαντιαία πράξη λογοκλοπής· μια λέξη της οποίας η ετυμολογία σημαίνει απαγωγή. Κάθε «σκέψη» ή λέξη που παράγεται από την τεχνητή νοημοσύνη γεννιέται σε καθεστώς αιχμαλωσίας και, ως εκ τούτου, είναι απομονωμένη ή αποσυνδεδεμένη από τα άγρια ένστικτα και την βαθιά πειθαρχία της ανθρώπινης γνώσης και έκφρασης.
Ο Shakespeare αναγνώρισε αυτή τη δραστική αποσύνδεση ήδη στο γύρισμα προς τον δέκατο έβδομο αιώνα. Στον Άμλετ (Πράξη Γ΄, Σκηνή Γ΄), ο βασιλιάς Κλαύδιος έχει μια στιγμή ειλικρινούς αυτολογοδοσίας κατά την προσευχή: «Τα λόγια μου ανεβαίνουν ψηλά, οι σκέψεις μου μένουν χαμηλά». Ο Shakespeare διέκρινε τη διαφορά ανάμεσα στη σκέψη, στο συναίσθημα και στη λέξη. Η τεχνητή νοημοσύνη μας προσεγγίζει μέσω γλώσσας που συγκροτείται από λέξεις χωρίς τη ζωντανή σκέψη που τους αντιστοιχεί.
Ελευθερία του Είναι
Ενώ τα λόγια μου μπορεί να αιχμαλωτιστούν, η σκέψη μου παραμένει ελεύθερη. Η ιδιοφυΐα της σκέψης έγκειται στο ότι προστατεύει τον εαυτό της – επειδή δεν είναι πράγμα – από επιβολές και περιορισμούς των ψηφιακών διαστάσεων. Η απείθαρχη σκέψη μάς καλεί να φροντίσουμε το νόημα των σκέψεων, των λέξεων και της γλώσσας μας, με επίγνωση τόσο του ποιητικού όσο και του γλωσσικού τους χαρακτήρα. Η απείθαρχη σκέψη φέρει μέσα της μια ποιότητα διάκρισης που υπερβαίνει το κυριολεκτικό και οδηγεί σε μια ικανότητα να «κατοικούμε» ζωντανά μέσα στις δικές μας σκέψεις και σε εκείνες των άλλων.
Ο διαχωρισμός της λέξης από το νοηματικό της έδαφος είναι ενδημικός στην ψηφιακή εποχή. Θα μπορούσε κανείς, ωστόσο, να υποστηρίξει ότι η σύγχυση ανάμεσα στην αναπαράσταση και σε αυτό που αναπαριστά έχει μια ιστορία αιώνων στον κόσμο της τέχνης. Η ικανότητα κατασκευής ρεαλιστικών ψευδαισθήσεων έχει καλλιεργήσει ένα επίμονο ελάττωμα στην αντίληψή μας για το πώς γνωρίζουμε. Με δεδομένη την αναπαραστασιακή ηθική και αισθητική που καθιστούν δυνατή αυτή την υποκατάσταση – αρκεί να σκεφτούμε τον χρόνο μπροστά σε οθόνες – χάνουμε την ικανότητα να παρατηρούμε σε πραγματικό χρόνο και πραγματικό χώρο, όπως και την ικανότητα διάκρισης της αλήθειας, επειδή η πηγή της έχει καταστεί αδιαφανής.
Έτσι, το ανώτερο ηθικό μας Eίναι, το οποίο ανθεί μέσα στην απείθαρχη σκέψη και την πνευματική ελευθερία, χρειάζεται να είναι ενεργό περισσότερο από ποτέ. Η καλλιέργεια της αίσθησης της αλήθειας μέσω της απείθαρχης σκέψης αποτελεί ουσιώδες μέρος των παιδαγωγικών διεργασιών για τις ανερχόμενες γενιές. Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι αυτή η αίσθηση της αλήθειας είναι φυσική για το μικρό παιδί, που ακόμη διατηρεί ακέραιο το πνεύμα του. Χωρίς αυτή τη διαδικασία καλλιέργειας, διακινδυνεύουμε να χάσουμε το νήμα του νοήματος που μεταβιβάζεται από γενιά σε γενιά μέσα από τη θερμότητα και τη σχέση – στοιχεία που δεν χαρακτηρίζουν τις ψηφιακές πλατφόρμες.
Πέρα από το Υλικό
Ένα αντίδοτο σε μια κουλτούρα που κεφαλαιοποιεί την στιγμιαία ευκολία της εμπορευματοποιημένης σκέψης – όπως αυτή εκδηλώνεται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και στην τεχνητή νοημοσύνη – είναι η ικανότητα να κυβερνούμε τις κοινότητες που επιλέγουμε με καθοδηγητική αρχή την αγάπη. Φαίνεται απλό, γιατί η αγάπη γεφυρώνει την εσωτερικότητα με την εξωτερικότητα. Χωρίς αυτή την παλλόμενη γέφυρα, η αγάπη δεν είναι πραγματική· παραμένει μια αφηρημένη έννοια. Είναι όμως και σύνθετη, επειδή απαιτεί μια βαθιά αίσθηση αυτογνωσίας και, ταυτόχρονα, μια εξίσου βαθιά και κοινή αίσθηση της πηγής της αγάπης. Σήμερα, συστήματα λειτουργίας μεγάλης κλίμακας που να υπηρετούν κάτι τέτοιο δεν είναι ιδιαίτερα ορατά – παρότι υπάρχουν κοινότητες πρακτικής από τις οποίες μπορούμε να μάθουμε.
Μια τέτοια πρακτική προϋποθέτει επίγνωση ότι αποτελούμε μόνο ένα μέρος ενός κόσμου που εκτείνεται πολύ πέρα από τον υλικό κόσμο που μπορούμε να αγγίξουμε και να μετρήσουμε. Αυτή η συμμετοχή καθιστά δυνατή την άμεση εμπειρία της αγάπης ως εγγενούς στον κόσμο και μας καλεί να αναλάβουμε ευθύνη γι’ αυτήν και να την ασκήσουμε με τρόπο που ούτε η ίδια ούτε εμείς να μην υποκύπτουμε στις υλιστικές δυνάμεις. Πρόκειται για ένα διαρκώς παρόν πεδίο, μια ηθική ατμόσφαιρα που, με συνείδηση, μπορεί να εμποτίζει ανιδιοτελώς την ατομική εμπειρία και τις κοινωνικές πρακτικές.
Σε αντίθεση με τη γλώσσα της τεχνητής νοημοσύνης, η οποία είναι πλήρως προσδεδεμένη στο παρελθόν, η αγάπη υπάρχει μόνο όταν είναι παρούσα. Κι όμως, φέρει μέσα της όλον τον χρόνο – παρελθόν και μέλλον. Μια τέτοια κατανόηση του χρόνου μας δίνει την άδεια να επιβραδύνουμε, να απο-βιομηχανοποιήσουμε τον χρόνο, ώστε να γεννηθεί ο χώρος της καρδιάς που απαιτείται για να συναντηθούμε και να διαμορφώσουμε νέες συμφωνίες.
Απόδοση για το Element© Γεράσιμος Ε. Κατραμάδος

Άφησε ένα σχόλιο