Γράφει ο Jean-Michel Florin | Section for Agriculture, Goetheanum
Παρά τις σοβαρές επιστημονικές μελέτες, η βιοδυναμική εξακολουθεί να γελοιοποιείται και να χαρακτηρίζεται ως «ψευδοεπιστήμη», ιδίως στη Γαλλία. Το «υλιστικό παράδειγμα» αδυνατεί να ενσωματώσει αυτές τις πρακτικές. Οι περιβαλλοντολογικές ανθρωπιστικές επιστήμες ανοίγουν τον δρόμο προς μια πιο ολοκληρωμένη επιστήμη.
Μια πρόσφατη μελέτη, υπό τη διεύθυνση του Jürgen Fritz, πάνω σε δύο βιοδυναμικά παρασκευάσματα, επέτρεψε να γίνει ένα σημαντικό βήμα για να εξηγηθεί «επιστημονικά» ο τρόπος δράσης τους. Οι νέες τεχνικές ανάλυσης κατέδειξαν ότι δρουν όπως τα εμβόλια, ευνοώντας τους μικροοργανισμούς που υποστηρίζουν την ανάπτυξη των φυτών [1]. Παρ’ όλα αυτά, αυτό δεν είναι αρκετό για τους επικριτές της βιοδυναμικής, οι οποίοι συνεχίζουν να την χαρακτηρίζουν ως «ψευδοεπιστήμη». Πώς μπορούμε να υπερβούμε το χάσμα που χωρίζει τις διάφορες κοσμοαντιλήψεις;
Ένα νέο ρεύμα στην ανθρωπολογία της φύσης θα μπορούσε ωστόσο να προσφέρει έννοιες και να δημιουργήσει μια γέφυρα που θα επέτρεπε στη βιοδυναμική να γίνει περισσότερο κατανοητή. Το ρεύμα αυτό έχει αναδυθεί τα τελευταία χρόνια σε διάφορες χώρες: στις Ηνωμένες Πολιτείες και τον Καναδά με τη Donna Haraway και τον Eduardo Kohn – στην Κολομβία με τον Arturo Escobar – στη Βραζιλία με τον Eduardo Viveiros de Castro – στο Βέλγιο με τη Vinciane Despret και στη Γαλλία με τους Bruno Latour και Philippe Descola.
«Η οικολογία πρέπει να σταματήσει να νοείται ως ένας κλάδος των φυσικών επιστημών […] και να μετασχηματιστεί σε μια πνευματική φαινομενολογία πέρα από τον άνθρωπο – πρέπει να υποθέτει, έστω και σιωπηρά, ότι η ζωή σκέπτεται παντού και μιλά παντού, και ότι εκείνο που μας φαινόταν ως ποικιλομορφία της φύσης δεν ήταν παρά μια πολλαπλότητα πολιτισμικών εκδηλώσεων μιας και της αυτής φύσης». Έτσι χαρακτηρίζει αυτήν την επανάσταση ο Ιταλός φιλόσοφος Emanuele Coccia, συγγραφέας του εξαιρετικού βιβλίου Η ζωή των φυτών – Μια μεταφυσική της μίξης [2], στην εισαγωγή του βιβλίου Yanomami, Το πνεύμα του δάσους [3].
Ο διάσημος ανθρωπολόγος Philippe Descola είχε μια καθοριστική εμπειρία κατά τη διάρκεια μιας διαμονής του ανάμεσα στους Ινδιάνους Achuar του Αμαζονίου. Διαπιστώνοντας ότι κανένας από τους ανθρωπολογικούς όρους με τους οποίους ήταν εξοπλισμένος δεν του επέτρεπε να τους κατανοήσει, διαμόρφωσε τις ιδέες του μέσα από την ακριβή παρατήρηση του τρόπου ζωής τους, κατά τρόπο goethéen (γκεταιανικό). Περιέγραψε τέσσερις «οντολογίες», τέσσερις τρόπους να αντιλαμβάνεται κανείς τον κόσμο: νατουραλισμός, ανιμισμός, αναλογισμός, τοτεμισμός [4].
Με μια πιο προσεκτική μελέτη, μπορεί κανείς να παρατηρήσει σημαντικές ομοιότητες με τα τέσσερα στάδια εξέλιξης της συνείδησης, όπως τα περιγράφει ο Steiner στις Κατευθυντήριες Αρχές [5]. Για παράδειγμα, στην οντολογία του «νατουραλισμού» —αυτή της δυτικής μας πολιτισμικής παράδοσης— άνθρωποι και μη-άνθρωποι είναι όμοιοι ως προς το σώμα, αλλά μόνο οι άνθρωποι διαθέτουν ψυχή και συνείδηση. Αντιθέτως, η οντολογία του «ανιμισμού» θεωρεί ότι όλα τα όντα είναι προικισμένα με ψυχή.
Αυτές οι εργασίες, μαζί με εκείνες του Bruno Latour, αποτέλεσαν τη βάση για πολλούς νέους ανθρωπολόγους ώστε να μελετήσουν τη βιοδυναμική. Έτσι, ο κοινωνιολόγος Jean Foyer, μετά από έρευνες σε παραδοσιακούς πληθυσμούς στο Μεξικό, αφοσιώθηκε στον κόσμο της βιοδυναμικής στο Anjou, την περιοχή καταγωγής του. Στο έργο του Τα όντα της αμπέλου [6], το οποίο βασίζεται σε πενταετή επιτόπια έρευνα, δείχνει ότι οι βιοδυναμικοί καλλιεργητές απέχουν πολύ από το να είναι εγκλωβισμένοι σε μία μόνο οντολογία. Μπορούν να έχουν μια «νατουραλιστική» προσέγγιση όταν παρατηρούν επιστημονικά τον εξωτερικό κόσμο – να μεταβαίνουν στη συνέχεια σε συλλογισμούς «αναλογιστικούς», όταν βλέπουν την αντανάκλαση του μακρόκοσμου στον μικρόκοσμο – κάποιες φορές να έχουν μια «ανιμιστική» στάση όταν μιλούν στα φυτά και τα ζώα τους ή ακόμη και μια «τοτεμιστική» ματιά, όταν ασχολούνται με τα αρχέτυπα των ζώων και άλλων οντοτήτων.
Άρα αυτό δεν είναι η ελευθερία σκέψης; Να μάθει κανείς, ανάλογα με την περίσταση, να μεταβαίνει από τη μία οντολογία στην άλλη και να αποκαθιστά το κύρος καθεμιάς;
Η ανθρωπολόγος Stéphanie Majerus δημοσίευσε πρόσφατα μια ερευνητική εργασία [7], στην οποία μελετά τις εξελίξεις της βιοδυναμικής στη Γερμανία και την Ελβετία, και εστιάζει στις κοινωνικοπολιτικές ιδιαιτερότητες, στις φαινομενολογικές δυναμικές της συνείδησης, στις αλληλεπιδράσεις ανάμεσα σε ανθρώπους και ζώα, καθώς και στην ιδιαίτερη αντίληψη της επιστήμης από την πλευρά των ανθρωπόσοφων. Δείχνει ότι είμαστε αδιάρρηκτα εμπλεγμένοι σε ένα δίκτυο ανθρώπινων και μη-ανθρώπινων δρώντων, και κλείνει το άρθρο της επικαλούμενη τη Donna Haraway, η οποία στο έργο της When Species Meet [8] στοχάστηκε επάνω σε αυτές τις «συμμαχίες» ανάμεσα στα είδη.
Ο Alexandre Grandjean, νέος ερευνητής στις θρησκειολογικές επιστήμες που επίσης μελέτησε τη βιοδυναμική, διευρύνει το πεδίο [9]: «Νέες φωνές και νέοι τρόποι να μιλάμε για τα οικοσυστήματα αναδύονται στη Δύση. […] Μέσα σε αυτές τις φωνές, οι περιβαλλοντικές και οικολογικές θεματικές ανήκουν τόσο στην πολιτική, όσο και στην ηθική σφαίρα. Σχετίζονται με αξίες, με νοήματα και με τις οπτικές που προσδίδουμε στον εαυτό μας και σε ό,τι μας περιβάλλει.»
Έτσι, ανοίγεται ένας χώρος χάρη στους στοχασμούς που πραγματοποιούνται στο πεδίο των περιβαλλοντολογικών ανθρωπιστικών επιστημών — ιδίως σε εκείνες που τονίζουν τις αισθαντικές προσεγγίσεις του έμβιου, όπως στις εργασίες των Baptiste Morizot, Estelle Zhong-Mengual, Corine Pelluchon, Gérald Hess… Ένα καθοριστικό διακύβευμα είναι η ανάπτυξη ενός γόνιμου διαλόγου ανάμεσα σε αυτές τις λεπτές προσεγγίσεις και τις αγρονομικές επιστήμες, ώστε να αναδυθούν μεταμοντέρνες προσεγγίσεις που δεν θα παραμένουν εγκλωβισμένες στην νατουραλιστική οντολογία.
Έτσι, σκιαγραφούνται τα πρώτα περιγράμματα μιας νέας νεωτερικότητας — πιο κοντινής, πιο ευαίσθητης, πιο σεβαστικής προς το έμβιο στοιχείο — στην ανάδυση της οποίας η βιοδυναμική προσέγγιση συνεισφέρει ουσιαστικά [10].
Αναφορές
- Felix Milke et al., « Enrichment of putative plant growth promoting microorganisms in biodynamic compared with organic agriculture soils », ISME Communications, vol. 4, n° 1, 2024, p. 1-12, DOI : 10.1093/ismeco/ycae008.
- Emanuele Coccia, La vie des plantes – Une métaphysique du mélange, trad. Émilie Hache, Payot & Rivages, coll. « Bibliothèque Rivages », Paris, 2016.
- Bruce Albert et Davi Kopenawa, Yanomami, l’esprit de la forêt, préface d’Emanuele Coccia, Actes Sud, Arles, 2022.
- Philippe Descola, Par-delà nature et culture, Gallimard, coll. « Bibliothèque des sciences humaines », Paris, 2005.
- Rudolf Steiner, Les lignes directrices de l’anthroposophie – Le mystère de Michaël, trad. Geneviève Bideau et Paul-Henri Bideau, Éditions Novalis, Montesson, 1998, 279 p.
- Jean Foyer, Les êtres de la vigne – Enquête dans les mondes de la biodynamie, Éditions Petra, Paris, 2024, 320 p.
- Stéphanie Majerus, Ackerbau des Lebendigen – Tiere, Wissenschaft und Anthroposophie in der biodynamischen Landwirtschaft, Transcript Verlag, Bielefeld, 2024, 390 p. ISBN 978-3-8376-7038-7.
- Donna J. Haraway, When Species Meet, University of Minnesota Press, coll. « Posthumanities », Minneapolis, 2008.
- Alexandre Grandjean, Arborescence – Les voix spirituelles de l’écologie, Hélice Hélas, Vevey, 2022.
- Pour contribuer au développement d’une telle nouvelle modernité en France et en francophonie, un groupe de personnes chercheurs (parmi lesquels Sophie Allain), paysans bio (Nicolas Supiot), formateurs ( Jean-Michel Florin et Martin Quantin) et militants associatifs) se sont réunis en automne 2024 pour fonder l’Institut du Vivant et des communs.

Άφησε ένα σχόλιο