Rudolf Steiner και Joseph Beuys – Η τέχνη ως πράξη πνευματικής μεταμόρφωσης

Rudolf Steiner και Joseph Beuys – Η τέχνη ως πράξη πνευματικής μεταμόρφωσης

Γράφει ο Γεράσιμος Ε. Κατραμάδος

Στην καρδιά του 20ού αιώνα, δύο μορφές συναντήθηκαν όχι εξωτερικά, αλλά μέσα στην πνευματική ιστορία της τέχνης. Ο Rudolf Steiner, θεμελιωτής της Πνευματικής Επιστήμης, και ο Joseph Beuys, ριζοσπάστης καλλιτέχνης της μεταπολεμικής Ευρώπης, συνομίλησαν μέσα από το ίδιο όραμα: ότι η τέχνη δεν αποτελεί ένα διακοσμητικό ή αισθητικό παράγοντα του κόσμου, αλλά μέσο μεταμόρφωσης του ανθρώπου και της κοινωνίας.


Ο Joseph Beuys γεννήθηκε το 1921 στο Κρέφελντ της Γερμανίας και μεγάλωσε μέσα σε μια εποχή ακραίας τεχνολογικής προόδου αλλά και πνευματικής απογύμνωσης. Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου υπηρέτησε ως πιλότος της Luftwaffe· το 1944 το αεροσκάφος του καταρρίφθηκε στην Κριμαία και ο ίδιος σώθηκε οριακά. Η εμπειρία της πτώσης και της διάσωσης από τους Τατάρους –που τον περιποιήθηκαν τυλίγοντάς τον με λίπος και τσόχα για να διατηρήσουν τη θερμότητα του σώματός του– έγινε αργότερα ο εσωτερικός μύθος της καλλιτεχνικής του γέννησης. Μετά τον πόλεμο σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών του Ντίσελντορφ, όπου και δίδαξε αργότερα, ασκώντας τεράστια επιρροή στη μεταπολεμική γενιά καλλιτεχνών. Από νωρίς συνδύασε τη δημιουργία με την κοινωνική δράση, ιδρύοντας κινήματα, οργανώσεις και το Free International University, επιμένοντας πως «κάθε άνθρωπος είναι καλλιτέχνης».
Η σχέση του Joseph Beuys με το έργο του Rudolf Steiner δεν υπήρξε σχέση μαθητείας, αλλά εσωτερικής συγγένειας. Ο Beuys δεν «ακολούθησε» την ανθρωποσοφία· την ανακάλυψε ως γλώσσα για κάτι που ήδη έζησε στο σώμα και στο πεπρωμένο του. Ο πόλεμος, η πτώση του στο μέτωπο, η εμπειρία της διάσωσής του από τους Τατάρους με λίπος και τσόχα — όλα έγιναν γι’ αυτόν εικόνες μιας διαδικασίας που ο Steiner θα ονόμαζε μεταμόρφωση των μορφών και των αιθερικών δυνάμεων. Αυτή η εμπειρία της αναγέννησης, της “θέρμης” που σώζει και μεταμορφώνει, έγινε το θεμέλιο της καλλιτεχνικής του πράξης.
Ο Beuys ήρθε σε επαφή με το έργο του Steiner γύρω στο 1950, μέσα από τα κείμενα για την τέχνη και τη μύηση [Esoteric Foundations of Joseph Beuys’ Art in the Teachings of Rudolf Steiner]. Εντυπωσιάστηκε από την ιδέα ότι ο καλλιτέχνης δεν δημιουργεί μόνο μορφές, αλλά συνεργάζεται με τις ίδιες τις διαμορφωτικές δυνάμεις της ζωής. Όπως ο Steiner μιλούσε για το έργο τέχνης ως φορέα πνευματικών νόμων, έτσι και ο Beuys αντιλαμβανόταν την ύλη ως κάτι ζωντανό, ικανό να ανταποκριθεί σε ανθρώπινες δυνάμεις αν μεταχειριστεί με σεβασμό και πρόθεση. Δεν είναι τυχαίο ότι το λίπος, το κερί, το μέλι ή η τσόχα εμφανίζονται επανειλημμένα στα έργα του: δεν είναι απλά υλικά, αλλά φορείς θερμότητας, ζωής και προστασίας.
Στον Steiner είχε βρει έναν τρόπο να εξηγήσει αυτό που ένιωθε ενστικτωδώς — ότι η τέχνη είναι μια μορφή θεραπείας. Όπως ο Steiner έλεγε ότι η τέχνη ενώνει τις δυνάμεις του αστρικού με το αιθερικό σώμα, έτσι ο Beuys έβλεπε τη δημιουργική πράξη ως πράξη εξισορρόπησης ανάμεσα στο πνεύμα και την ύλη. Γι’ αυτό και το έργο του δεν περιοριζόταν στο στούντιο: επεκτεινόταν στη ζωή, στην κοινωνία, στην εκπαίδευση, ακόμη και στην πολιτική.
Η έννοια της Soziale Plastik — της «Κοινωνικής Γλυπτικής» — είναι ίσως η πιο καθαρή έκφραση αυτής της steinerικής επιρροής. Ο Beuys έλεγε ότι κάθε άνθρωπος είναι καλλιτέχνης, όχι επειδή μπορεί να ζωγραφίζει ή να σμιλεύει, αλλά επειδή διαθέτει την ικανότητα να διαμορφώνει τη ζωή του και τον κόσμο γύρω του. Η κοινωνία, έλεγε, είναι μια γλυπτική διαδικασία· και κάθε πράξη συνείδησης είναι μια μορφή τέχνης. Πίσω από αυτήν τη φράση κρύβεται η τριαδικότητα του Steiner: πνευματική, νομική και οικονομική ζωή — το τρίπτυχο της ελεύθερης κοινωνικής οργάνωσης [Das Goetheanum, “Beuys and National Socialism”]. Ο Beuys μετέτρεψε το κοινωνικό όραμα του Steiner σε χειρονομία, σε δράση. Το έργο του 7000 Oaks (1982), όπου φυτεύτηκαν δέντρα σε ολόκληρη την πόλη του Κάσελ, ήταν μια πράξη διαμόρφωσης του αιθερικού σώματος της πόλης — ένα ζωντανό γλυπτό που ανέπνεε και αναπτυσσόταν μέσα στον χρόνο.

Ο Beuys σε μια παράσταση το 1981 στη Ρώμη: ιεραπόστολος του εσωτερισμού Φωτογραφία: Leemage

Η τέχνη του Beuys δεν ήταν απλώς συμβολική· ήταν αλχημική. Είχε κατανοήσει, μέσα από τον Steiner, ότι κάθε μορφή υλικής μεταβολής κρύβει έναν εσωτερικό νόμο μεταμόρφωσης του εαυτού. Όταν χρησιμοποιούσε το λίπος, δεν ήθελε να σοκάρει, αλλά να δείξει τη μετάβαση από τη ρευστή στη στερεή κατάσταση — από το κινούμενο αιθερικό στο σταθερό φυσικό· δηλαδή την ίδια διαδικασία που επιτελείται και στην ανθρώπινη ψυχή όταν η θερμότητα της θέλησης αποκρυσταλλώνεται σε πράξη. Ο Beuys έβλεπε τα έργα του σαν πνευματικά σώματα, μέσα στα οποία η ύλη θυμόταν τη μορφή που είχε πριν την πτώση της στη βαρύτητα.
Αυτός ο μεταμορφωτικός παράγοντας —η μετάβαση από το φυσικό στο αιθερικό και από το αισθητό στο πνευματικό— είναι η καρδιά της steinerικής τέχνης. Ο Steiner έλεγε ότι «το ωραίο γεννιέται όταν το αιθερικό σώμα γίνεται φορέας του Πνεύματος»· ο Beuys το μετέφρασε αυτό σε πράξη, δημιουργώντας έργα όπου η διαδικασία της μεταμόρφωσης ήταν πιο σημαντική από το τελικό αποτέλεσμα. Γι’ αυτό και έλεγε πως «κάθε άνθρωπος είναι καλλιτέχνης»: όχι επειδή παράγει έργα, αλλά επειδή μεταμορφώνει δυνάμεις μέσα του. Η τέχνη, όπως την εννοούσε, δεν ήταν πια αντικείμενο, αλλά πεδίο θερμότητας, μια κυκλοφορία ενέργειας που ανυψώνει την ύλη σε πνεύμα.
Ο Beuys εργάστηκε πάνω στον ίδιο νόμο που ο Steiner ονόμαζε διαμορφωτικές δυνάμεις (Gestaltkräfte): εκεί όπου το πνεύμα σμιλεύει τον κόσμο μέσα από το ζωντανό ρεύμα της μορφογένεσης. Στην πράξη του Beuys, αυτό δεν έμενε θεωρία· ο ίδιος γινόταν όργανο αυτών των δυνάμεων, αφήνοντας την τέχνη να γίνει μορφή θεραπείας, κοινωνικής και ψυχικής. Το μέλι, το αίμα, ο σίδηρος, η γη — όλα λειτουργούσαν σαν φορείς αυτής της αόρατης εργασίας, σαν σύμβολα ενός οργανισμού που βρίσκεται σε πορεία εξαγνισμού.
Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Beuys απέρριπτε την ιδέα του καλλιτέχνη ως απομονωμένου δημιουργού. Όπως ο Steiner μιλούσε για τη συνεργασία των ανθρώπινων ψυχών με τα πνευματικά όντα, έτσι κι εκείνος πίστευε ότι ο καλλιτέχνης δεν δρα μόνος, αλλά ως όργανο μιας μεγαλύτερης διαδικασίας. Ο καλλιτέχνης, έλεγε, “φέρει” μέσα του μια κοινωνική ευθύνη — μια ιερατική διάσταση που παραπέμπει ευθέως στην έννοια του μύστη-καλλιτέχνη του Steiner.
Η εσωτερική αυτή σχέση έγινε ακόμη πιο εμφανής στην παιδαγωγική και πολιτική του δράση. Η ίδρυση του Free International University (FIU) δεν ήταν μόνο μια καλλιτεχνική χειρονομία, αλλά μια ανθρωποσοφική πράξη ελευθερίας. Εκεί, η εκπαίδευση δεν οριζόταν ως μετάδοση γνώσης, αλλά ως καλλιέργεια των δυνάμεων του Εγώ. Ο Beuys πίστευε ότι «μόνο μέσω της εκπαίδευσης μπορεί να αλλάξει ο κόσμος» — φράση που αντηχεί βαθιά μέσα στη Φιλοσοφία της Ελευθερίας του Steiner. Και όταν, στις δεκαετίες του ’70 και του ’80, εντάχθηκε στο οικολογικό και πολιτικό κίνημα των Πρασίνων, δεν το έκανε ως πολιτικός, αλλά ως καλλιτέχνης που ήθελε να διαμορφώσει νέες κοινωνικές μορφές, σύμφωνες με τον ζωντανό οργανισμό της Γης [Art and Anthroposophy].

Joseph Beuys, Plight, Anthony d’Offay Gallery, Λονδίνο 1985

Στο βάθος όλων αυτών των δράσεων βρίσκεται μια κοσμική θρησκευτικότητα, όχι δογματική, αλλά μυστηριακή. Ο Beuys ένιωθε την αποστολή του ως συμμετοχή στη Μιχαηλική εποχή — τη μάχη για τη μεταμόρφωση της σκέψης από διανοητική σε ζωντανή. Ο Steiner είχε περιγράψει αυτήν τη μετάβαση ως κρίσιμο βήμα για την εξέλιξη της ανθρωπότητας: τη μετατροπή της «νεκρής» σκέψης σε «σκεπτόμενη ζωή». Ο Beuys, μέσα από τη δική του τέχνη, εργάστηκε ακριβώς γι’ αυτό: να ξαναζωντανέψει τη σκέψη μέσα στην ύλη, να αναστήσει την πνευματική εμπειρία μέσα στην καθημερινότητα.
Ορισμένοι μελετητές έχουν τονίσει τις δυσκολίες και τις αντιφάσεις του Beuys, ιδίως ως προς το παρελθόν του στη Γερμανία του πολέμου [Das Goetheanum, 2023]. Ωστόσο, ακόμη και μέσα σε αυτές τις σκιές, η σχέση του με την ανθρωποσοφία παραμένει καθαρή και ειλικρινής: δεν είναι μια επιφανειακή αισθητική επιρροή, αλλά μια πνευματική πορεία που τον μετέβαλε σε ιερέα μιας νέας μορφής τέχνης. Ο ίδιος το είπε καθαρά: «Η τέχνη είναι η επιστήμη της ελευθερίας». Και ψυχανεμίζομαι ότι αυτός ο ορισμός θα μπορούσε να είχε γραφτεί απευθείας στις σελίδες του Steiner.
Μέσα από τα έργα του, ο Beuys δεν ήθελε να εντυπωσιάσει, αλλά να αφυπνίσει. Εργαζόταν με την ίδια εσωτερική πρόθεση που ο Steiner απέδιδε στην ιερουργία: την ανάταση της ύλης προς το πνεύμα. Στο έργο Honey Pump at the Workplace, το μέλι κυκλοφορεί μέσα σε σωλήνες σαν αίμα, σαν αιθέρας· είναι η ζωή που κινείται μέσα στο κοινωνικό σώμα. Εκεί, το πνεύμα γίνεται οργανική διαδικασία, και ο θεατής συμμετέχει ενεργά στην «αιθερική κυκλοφορία» της τέχνης.
Έτσι, η σχέση Steiner–Beuys δεν είναι σχέση θεωρίας και πρακτικής, αλλά σχέση εσωτερικού διαλόγου ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που διαισθάνθηκαν το ίδιο μέλλον: μια εποχή όπου η τέχνη θα παύσει να είναι αντικείμενο και θα γίνει γεγονός. Και σε αυτή την εποχή, ο καλλιτέχνης δεν θα είναι πλέον ο εκτελεστής ενός έργου, αλλά ο συνοδοιπόρος του κόσμου στην πορεία της πνευματικής του ωρίμανσης.
Όταν ο Beuys πέθανε το 1986, ορισμένοι είπαν ότι άφησε πίσω του σύγχυση· άλλοι, ότι άνοιξε ένα νέο παράθυρο στην ιστορία της τέχνης. Αν όμως δούμε το έργο του μέσα από το φως του Steiner, αντιλαμβανόμαστε ότι επεδίωξε κάτι πολύ συγκεκριμένο: να ξαναδώσει στην τέχνη τη δύναμη της ιερής πράξης. Να ξαναφέρει το Πνεύμα στη δημιουργία. Και σε αυτό το σημείο, ο Beuys γίνεται ο πιο πιστός — ίσως και ο πιο τολμηρός — συνεχιστής του Steiner μέσα στον χώρο της τέχνης.
Η τέχνη, για τον Beuys όπως και για τον Steiner, δεν είναι φυγή από τον κόσμο, αλλά κάθοδος μέσα του· δεν είναι μίμηση, αλλά μύηση. Είναι το σημείο όπου η ανθρώπινη ελευθερία συναντά τη δημιουργική βούληση του σύμπαντος. Και εκεί, μέσα στην ένταση αυτής της συνάντησης, ο Beuys σμίλεψε τη δική του μορφή ελευθερίας — όχι πάνω σε πέτρα ή καμβά, αλλά μέσα στις ψυχές των ανθρώπων.

Πηγές

Άφησε ένα σχόλιο

To email σου δεν θα δημοσιευτεί